Χωρίς λόγια (Αλάργο 'ναι το Ρέθεμνος...)

Il blu' cretese, Domenica scorsa (foto: Silio D'Aprile)
Στα χνάρια του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή για μία ακόμη φορά... >>> Εκεί, πίσω από τη Loggia, οι παλαιοί ευγενείς μιλούν στα λατινικά για την κατάκτηση των Μοθωκόρωνων και το Βασίλειον του Μορέως, τις κτήσεις στις Δαλματικές Ακτές, το εμπόριο στους νέους δρόμους της Ανατολής >>> Οι σκιές τους τρέχουν ακόμη στην γκιόστρα για να θαυμάσουν τα αρχοντόπουλα από τη Μάλτα και την Κύπρο, κάτω από τη μεγάλη πόρτα ή στον δυτικό προμαχώνα στ' ανάβλεμμα για το Φόδελε >>> Τα ίδια στενά παραμένουν στην αγορά με τα αχνιστά κρέατα και τη μυρωδιά μπαχαρικών από τα "Λιοντάρια" -προς το τέλος του '70- όπου τα βαπόρια έδεναν στο λιμάνι γύρω στις πεντέμισι τα ξημερώματα, γεμίζοντας από κόσμο, ενώ το λεωφορείο ξεκινούσε προς Μάλια-Μήλατο γύρω στις επτά... >>> Το σημερινό Ηράκλειο αντανακλά τη φήμη του παρελθόντος του, την πρόσφατη ανάμνηση της κακαίσθητης πρόσοψής του αλλά και την ελπίδα για τα κατοπινά >>> Μερικοί νέοι φοίνικες ανεμίζουν στους βορειάδες >>> Τα σκούρα βλέμματα με τα μαύρα έντονα φρύδια και το συγκρατημένο μειδίασμα στα χείλη είναι αδιαπραγμάτευτη απεικόνιση των προγόνων, του κράματος παλαιών βυζαντινών οικογενειών, βενετοκρητικών γονιδίων, τουρκικών και σαρακηνών προσμίξεων >>> Ωστόσο, όλες οι ταμπέλες δίνουν οδηγίες αναζήτησης της Κνωσού, των πολύχρωμων απεικονίσεων των Μινωιτών, ενώ, αντιστικτικά, οι Κρητικοί δυσκολεύονται να εντάξουν στο κοινώς αποδέχεσθαι του πατριωτισμού τους εκείνα τα κατάλοιπα των ωραίων ελληνιστικών και ρωμαϊκών ερειπίων που υπάρχουν οπουδήποτε ανασκάψει κανείς με το βλέμμα του ανάμεσα στις πέτρες και τη σκόνη... >>> Η λύρα του Κώστα Μουντάκη σίγησε μέσα στο βαπόρι, στ΄"Αρκάδι", πριν από περίπου 17 χρόνια, μετρώντας τα κλαμένα μάτια των επιβατών βγαίνοντας στο βενετσιάνικο πόρτο του Ρέθεμνος >>> Κι απ' ύστερα, νωρίς το βράδυ, η λύρα του Μιχάλη του Καλλέργη σιγομουρμουρίζει -πάντοτε στον "ρυθμό του διαβόλου"- την παλιά μαντινάδα "...σαράντα μέτρα γιασεμί θα κάμω κομποσκοίνι να δέσω την αγάπη μας παντοτινή να γίνει..." >>> Υπενθυμίζοντας τον ποιητή που ανάπνεε κι εκείνος στα βρόμικα καντούνια της κάποτε ξακουστής παραγκούπολης, τραγουδώντας τον στίχο του ακόμη για τον πόθο: "ξομπλιάζει πώς να τση το πη, πώς να τήνε κομπώση, πώς να μπορή να κουρφευτή και να μηδέν το γνώση, να μη μπερδέση η γλώσσα του, να βαραναστενάξη, κ' η όψη του εκατό φορές και πλιότερες ν' αλλάξη >>> Ανάμεσα στα πολυτελή "πασοκατζίδικα" αυτοκίνητα των μεσηλίκων περνάει ένας παππούλης από τη Μιαμού, τον θυμάμαι ακόμη, με ροζιασμένα τα δάχτυλα αλλά το βάδισμα βεβαιωμένο - "αφήσε τσ' αθηβολές και τσι πολλές κουβέντες... Γιάντα ξεχαμπεντώνεις επαέ, καζίκι..." γνέφοντάς μου -πάλι, σε τούτη την ηλικία- προς τον κιτρινισμένο Κουλέ...

Commenti